Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΟΚ με την υπόγεια Αθήνα που κρύβει ολόκληρο αρχαίο Ναό! (Βίντεο)

Το γνώριζαν εδώ και 25 χρόνια και το έκρυβαν..Τι κάνει το Υπ. Πολιτισμού;
Η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην υφήλιο. Παγκόσμια.
Υπάρχει κάτω από την Αθήνα υπόγειος χώρος αρχαίος που οδηγεί σε άθικτο ναό, τον έχουνε βρει εδώ και...
25 χρόνια με 130 αγάλματα άθικτα σε άριστη κατάσταση και πολλά άλλα πράγματα και το κρατάνε μυστικό τόσα χρόνια..
Τι κρύβεται εκεί;;

Τι φοβούνται να μην αποκαλυφθεί και το κρύβουν 25 χρόνια;
Υπάρχουν εικασίες ότι υπάρχει και το χρυσελεφάντινο άγαλμα. Εκεί υπήρχαν ανάγλυφα παντού στον χώρο γεμάτο σαν αυτά που έχει ο Παρθενώνας γύρω γύρω. Τα αγάλματα και ο χώρος τουλάχιστον τότες πριν το ξανακλείσουν ήτανε άθικτος.

Τα αγάλματα ήταν τέλειος άθικτα, χωρίς να λείπουν χέρια μύτες όπως λείπουν σε αυτά τα αγάλματα που έχουμε έξω,τα περισσότερα σπασμένα στο μουσείο της ακρόπολης και παντού. Χωρίς την παραμικρή γρατζουνιά. Και όλα αυτά μέχρις εκεί που προχώρησαν γιατί δεν το εξερεύνησαν όλο το μέρος.
Ποιοι είναι αυτοί που έχουνε σταματήσει τόσα χρόνια το άνοιγμα της στοάς;
Ξυπνήστε Έλληνες....
Το έβγαλε στην φόρα ο άνθρωπος που το ανακάλυψε..αλλιώς ακόμα δεν θα ξέραμε τίποτα.

Το ανακοίνωσε ο άνθρωπος γιατί λέει φτάνει πια, ήρθε ο καιρός να δοξαστεί η Ελλάδα. με τους προδότες τους ανθέλληνες που μας κυβερνάνε τόσα χρόνια..
Δείτε την προχθεσινή εκπομπή μυστικά περάσματα και δεν θα το πιστεύετε.
Πρέπει αμέσως το υπουργείο πολιτισμου να πάρει θέση. Τι εκανε τοσα χρονια; Ποιος ειναι ο σατανικός του ρόλος και ποιοι κρυβονται απο πισω. Σιγουρα ανθελληνες. Παει καπου το μυαλο μου;
Πρέπει να έρθουν αρχαιολόγοι από όλο τον κόσμο και να ανοιχτεί το μέρος!

Ακουστέ το βίντεο από το 58.07 και θα σας πιάσουνε τα νευρά σας σίγουρα.
HELLAS NOW


ιδ΄ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ δάνεια κατοχῆς, Ἀρχ. θησαυρός




5 Εμβληματικά κτίρια

Είναι αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, είναι συνδεδεμένα με την ιστορία της πόλης και αποτελούν σημεία αναφοράς για όλους τους Αθηναίους

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΧΙΛΤΟΝ
Λίγα κτίρια στην Αθήνα αγαπήθηκαν και μισήθηκαν τόσο πολύ όσο το Χίλτον. Τουλάχιστον την εποχή που χτιζόντουσαν. Για το Χίλτον έχει χυθεί πολύ μελάνι. Σήμερα κανείς δεν μπαίνει στον κόπο: το να κρίνεις το Χίλτον είναι σαν να κρίνεις το Αρχαιολογικό Μουσείο ή την Παλαιά Βουλή στην οδό Σταδίου. Θεωρείται, δικαίως, τοπόσημο της πόλης.


Χιλτον Θέση: Λεωφ. Βασ. Σοφίας & Βασ. Κωνσταντίνου Ανέγερση: 1959-1963 Αρχιτέκτονες: Βασιλειάδης - Βουρέκας - Στάικος
«Ένα ξενοδοχείο αμύθητου πλούτου πρόκειται να ανεγερθή εις τας Αθήνας» γράφει ο Γ. Σκλιάς στις 13 Ιανουαρίου του 1957 στο «Βήμα». Προτού ακόμα δημοσιευτούν τα σχέδια, ο Γ. Κορομηλάς τον αποκαλεί «ουρανοξύστη» και προειδοποιεί ότι αυτό, μαζί με τον προτεινόμενο πύργο του Φαληρικού Δέλτα (που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ), θα καταστρέψουν το αστικό τοπίο. Η ιστορία του Χίλτον της Αθήνας ξεκινάει όταν, στις αρχές του 1957, η τότε κυβέρνηση αποδέχεται την πρόταση του εφοπλιστή Απόστολου Πεζά, καθώς και του Κόνραντ Χίλτον, για την ανέγερση ενός μεγάλου, πολυτελούς ξενοδοχείου στην Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα, η Κυβερνητική Οικονομική Επιτροπή αποφάσισε την παραχώρηση στον κ. Πεζά έκτασης 16.000 πήχεων αντί 750.000 δολαρίων. Επρόκειτο για το οικόπεδο επί των οδών Βασ. Σοφίας και Βασ. Κωνσταντίνου. Σε εκείνον το χώρο φιλοξενούνταν έως τότε στρατιωτικές υπηρεσίες, οι οποίες θα μεταφέρονταν σε άλλη περιοχή. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1959 θεμελιώνεται το Χίλτον, παρουσία του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή. Η θεμελίωση αποτελεί σημαντικό κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και αρχιτεκτονικό γεγονός. Η ανέγερσή του θα αντιμετωπιστεί ως οικονομικο-πολιτικό σκάνδαλο από μεγάλη μερίδα του Τύπου, που δεν θα σταθεί στην αρχιτεκτονική του αξία καθαυτή. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου του 1963, εγκαινιάζεται το 53ο Χίλτον. Δύο χρόνια νωρίτερα, στις 15 Ιουνίου του 1961, είχε εγκαινιαστεί το Mont Parnes και στις 6 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου η Αμερικανική Πρεσβεία. Οι «New York Times», σε άρθρο τους για το Χίλτον και την πρεσβεία, σχολιάζουν αρνητικά το πρώτο και θετικά τη δεύτερη. «Συμφωνώ με όσους πιστεύουν ότι το ξενοδοχείο των Αθηνών είναι το ωραιότερον Χίλτον του κόσμου» είχε δηλώσει την ημέρα των εγκαινίων ο ίδιος ο Χίλτον. Τα σχέδια τα οφείλουμε στους αρχιτέκτονες Εμμανουήλ Βουρέκα, Προκόπη Βασιλειάδη και Σπύρο Στάικο. Αν και ανήκει στην τυπολογία των μεγάλων κοσμοπολίτικων ξενοδοχείων, η εξωτερική κυρίως μορφή του παρουσιάζει κάποια πρωτοτυπία, χάρη στη σύνθεση που επιδιώχθηκε ανάμεσα στο μοντέρνο και το κλασικό, ενώ η χρήση του πεντελικού μαρμάρου και οι μνημειώδεις ανάγλυφες συνθέσεις του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη, με την αρχαϊκή τους θεματολογία, επιχειρούν να δώσουν μια «ελληνική» πινελιά. Η βασική επιτυχία, από αρχιτεκτονικής πλευράς, συνίσταται στο στήσιμο «ενός περίοπτου κτιρίου αξιώσεων σε ένα δύσκολο οικόπεδο», όπου ο κοίλος άξονας και άλλες λύσεις που επελέγησαν καταφέρνουν έως έναν βαθμό να μειώσουν την ακαμψία του όγκου. Φυσικά, τα εγκαίνια του ξενοδοχείου υπήρξε το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. «Στη δεξίωση των εγκαινίων», σημειώνει ο γνωστός αθηναιογράφος Γιάννης Καιροφύλας, «πήγανε όλοι οι κοσμικοί που κατόρθωσαν να βρούνε πρόσκληση και μερικοί πήγανε της προσκολλήσεως, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Οι κύριοι ήταν όλοι τους με επίσημο ένδυμα, ενώ οι κυρίες είχαν κάπως πρόωρα φέρει την άνοιξη με τα πολύχρωμα καπέλα τους, για τα οποία είχαν καταβάλει ουκ ολίγα στις Αθηναίες καπελούδες, τις μετρημένες πια στα δάχτυλα». Το 2004 έγιναν έργα ανακαίνισης και προσθήκης νέας πτέρυγας από τα αρχιτεκτονικά γραφεία των Αλέξανδρου Τομπάζη και Χάρρυ Μπουγαδέλη.

ΚΤΙΡΙΟ ΟΤΕ

«Και δεύτερον ουρανοξύστη των είκοσι ένα ορόφων αποκτά η Αθήνα» έγραφε ο «Ταχυδρόμος» στις 11 Φεβρουαρίου 1972. «Όχι, όμως, διά στέγασιν γραφείων διαφόρων εταιρειών, όπως ο ανεγερθείς παρά το τέρμα Αμπελοκήπων υπό της οικοδομικής επιχειρήσεως "Αλβέρτης-Δημόπουλος". Ο νέος ουρανοξύστης θα προορίζεται δι’ αποκλειστικήν χρήσιν του ΟΤΕ, θα ανεγερθή κοντά στο Μαρούσι, έναντι ακριβώς του εργοστασίου "Ήβη", και θα συγκεντρώση όλες τις υπηρεσίες του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας».
Κτιριο οτε Θέση: Λεωφ. Κηφισίας Ανέγερση: Μέσα των δεκαετιών 1970-1980 Αρχιτέκτονες: Μασσέλος - Μαυρομμάτης - Νάκος

Ο «ουρανοξύστης» δεν είναι άλλος από το Μέγαρο του ΟΤΕ στη λεωφόρο Κηφισίας, στο ύψος του σημείου που μετά την κατασκευή της Αττικής Οδού συνηθίσαμε να αποκαλούμε «δαχτυλίδι». Η απόφαση για την ανέγερσή του ελήφθη στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Διενεργήθηκε πανελλήνιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός σε δύο φάσεις. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι Αθηναίοι είναι ότι υλοποιήθηκε το δεύτερο βραβείο, καθώς δεν απονεμήθηκε πρώτο βραβείο. Την υλοποιημένη πρόταση υπέγραφαν οι αρχιτέκτονες Πλάτων Μασσέλος, Γρηγόρης Μαυρομμάτης, Δημήτρης Νάκος και προέβλεπε πολυώροφο κτίριο σχήματος «αστέρος εν κατόψει». Έχει συνολική δόμηση 64.785,10 τ.μ. και είναι δομημένο σε οικόπεδο εμβαδού 52 στρεμμάτων περίπου. Η κατασκευή του συνδέθηκε με την είσοδο σε μία εποχή ραγδαίας ανάπτυξης των τηλεπικοινωνιών στη χώρα μας. Είναι το όγδοο πιο ψηλό κτίριο στην Ελλάδα.

ΠΥΡΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Στην Αθήνα δεν επιτρέπεται η κατασκευή ψηλών κτιρίων. Ιδεολογικές ακαμψίες άλλων εποχών θα πείτε, σημασία όμως έχει ότι ισχύει και στην Ελλάδα του 21ου αιώνα: 27 μέτρα μάξιμουμ. Την περίοδο της χούντας ψηφίστηκε ένας αναπτυξιακός νόμος «Περί του ύψους των οικοδομών και ελευθέρας δομήσεως», που προέβλεπε την ανέγερση υψηλών κτιρίων σε πανταχόθεν ελεύθερο χώρο. Μέχρι τότε, το μέγιστο ύψος των κτιρίων ήταν τα 35 μέτρα. Ο συγκεκριμένος νόμος επέτρεψε την ανέγερση των λιγοστών πραγματικά ψηλών κτιρίων της Αθήνας και, πρώτα απ’ όλα, του Πύργου Αθηνών, ο οποίος παραμένει μέχρι σήμερα το ψηλότερο κτίριο στη χώρα. Έχει ύψος 103 μέτρα και αποτελείται από 28 ορόφους, ενώ δίπλα του υπάρχει ένα χαμηλότερο κτίριο, ύψους 65 μέτρων. Οικοδομήθηκε στην περιοχή των Αμπελοκήπων μεταξύ των ετών 1970-1973, βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Ιωάννη Βικέλα και Ιωάννη Κυμπρίτη. Το οικόπεδο ανήκε στη Μαριάνθη Σίμου, αδελφή του εφοπλιστή και γνωστού ευεργέτη Ευγένιου Ευγενίδη. Πρόκειται για έναν 25ώροφο γυάλινο πύργο γραφείων, που αποτελεί αρκετά επιτυχή μίμηση των αντίστοιχων αμερικανικών προτύπων, με κάποια στοιχεία ελληνικής «νεοϊστορικότητας». Αυτό που κυρίως ξεχώρισε την προσπάθεια αυτή από την αντίστοιχη αισθητική εμπειρία ενός διεθνούς πύργου γραφείων υπήρξε η προσπάθεια δημιουργίας μιας εντόπιας μορφής με βάση, κορμό και στέψη.

Πύργος Αθηνών Θέση: Λεωφ. Μεσογείων 2-4 Ανέγερση: 1970-1973 Αρχιτέκτονες Βικέλας - Κυμπρίτης
 

Το αρχικό στήσιμο στο οικόπεδο προέβλεπε τη διαμόρφωση μιας διευρυμένης διώροφης βάσης και ενός υπερκείμενου ουρανοξύστη που θα αποτελούνταν από επάλληλα κατακόρυφα πρίσματα. Τελικά, το κτιριακό συγκρότημα διαμορφώθηκε από δύο ανισοϋψείς πύργους και μία ευρύχωρη πλατεία. Δίπλα, και σε υποχώρηση από τον κυρίως προβεβλημένο όγκο, εμφανίζεται η τεθλασμένη μορφή ενός χαμηλότερου κτιρίου, διατηρώντας κοινά χαρακτηριστικά ως προς τον σχεδιαστικό κάνναβο των όψεων. Αξίζει να σημειωθεί πως και στους δύο μεγάλους σεισμούς της Αθήνας, το 1981 και το 1999, δεν έπαθε την παραμικρή ζημιά.

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΦΙΞ

Το 1863 ο Ιωάννης Φιξ κατασκευάζει το πρώτο στην Ελλάδα εργοστάσιο παραγωγής μπίρας στην περιοχή του Κολωνακίου. Μετά τον θάνατό του ο γιος του Κάρολος Φιξ, επεκτείνοντας την επιχείρησή του, κατασκευάζει το 1893 ένα νέο και μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής εργοστάσιο στον ίδιο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το υφιστάμενο κτίριο, στη δυτική όχθη του Ιλισού και νότια, σε μικρή απόσταση, από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Την εποχή εκείνη η περιοχή αυτή ήταν αδόμητη. Η επιτυχημένη πορεία της επιχείρησης του Καρόλου Φιξ κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή επέκταση των εγκαταστάσεων του εργοστασίου μέχρι το 1920, στην ίδια πάντα θέση.


Φιξ (λεωφ. Συγγρού) Θέση: Λεωφ. Συγγρού & Αμβρ. Φραντζή Ανέγερση: Μέσα της δεκαετίας του '50 Αρχιτέκτονας: Ζενέτος

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, εποχή βιομηχανικής ανασυγκρότησης της χώρας, αποφασίζεται η ριζική ανακαίνιση-ανακατασκευή του εργοστασίου και ο σχεδιασμός του έργου αυτού ανατίθεται από την οικογένεια Φιξ στον αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτο (1926-1977), πρωτοπόρο εκπρόσωπο του μεταπολεμικού μοντερνισμού στην Ελλάδα. Στον σχεδιασμό του ο Ζενέτος τόνιζε την οριζόντια διάσταση του κτιρίου Φιξ κατά μήκος της λεωφόρου Συγγρού και της λεωφόρου Καλλιρρόης με οριζόντια γραμμικά υαλοστάσια. Επιπλέον, δεν επιδίωκε απλώς τη στέγαση μιας βιομηχανικής μονάδας, αλλά στο πλαίσιο της γενικότερης φιλοσοφίας του ενδιαφερόταν για τη μελλοντική λειτουργία του κτιρίου κάτω από διαφορετικές συνθήκες σε επόμενες εποχές. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 το εργοστάσιο ζυθοποιίας μεταφέρθηκε έξω από την Αθήνα και το συνολικό κτίριο, αν και σε άριστη τότε κατάσταση, εκκενώθηκε. Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να γίνονται εμφανή τα σημάδια της εγκατάλειψης και της αισθητικής αλλοίωσης, με ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων στις όψεις και εμφανείς ζημιές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό κέλυφος του κτιρίου. Αυτό προκάλεσε διχασμό στην κοινή γνώμη, ιδίως στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν τμήμα του κτιρίου κατεδαφίστηκε για τις ανάγκες κατασκευής του σταθμού του μετρό. Οι περισσότεροι Αθηναίοι ήθελαν να απαλλαγούν από τον εγκαταλελειμμένο σκελετό, οι αρχιτέκτονες έκαναν πορείες διαμαρτυρίας. Τελικά, αποφασίστηκε η μετασκευή του υπόλοιπου Φιξ σε έδρα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, τα έργα προχωρούν με εντατικούς ρυθμούς και το νέο Φιξ αναμένεται να είναι έτοιμο μέχρι το φθινόπωρο – τα εγκαίνια του μουσείου στις αρχές του 2014.

ΝΕΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Το (νέο) Μουσείο Ακρόπολης δεν προκάλεσε τη θύελλα του Χίλτον, αλλά απασχόλησε για δύο τουλάχιστον δεκαετίες αρχιτέκτονες, πολεοδόμους και κοινή γνώμη. Όσο δε πλησιάζαμε στα εγκαίνια του 2009 και οι Αθηναίοι εξοικειώνονταν με την παρουσία του, τόσο βάθαινε το ρήγμα ανάμεσα σε όσους ήταν έτοιμοι να το λατρέψουν και σε όσους είχαν ήδη αποφασίσει να το μισήσουν. Από τη δεκαετία του 1970 φάνηκε ότι το παλιό μουσείο επάνω στον Ιερό Βράχο δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει ικανοποιητικά στα μεγάλα πλήθη των επισκεπτών του. Η ακαταλληλότητα του χώρου συχνά προκαλούσε προβλήματα και υποβάθμιζε το αισθητικό αποτέλεσμα που ήθελε να επιτύχει η έκθεση των αριστουργημάτων του Βράχου. Την ανάγκη αυτή για τη δημιουργία ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης διατύπωσε πρώτος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον Σεπτέμβριο του 1976, οριοθετώντας και τον χώρο στον οποίο τελικά κτίστηκε το νέο μουσείο. Διεξήχθησαν δύο αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί το 1976 και το 1979, που όμως έμειναν στα χαρτιά. Το 1989 η Μελίνα Μερκούρη, που ως υπουργός Πολιτισμού ταύτισε την πολιτική της με τη διεκδίκηση της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο, ξεκίνησε έναν νέο διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ακυρώθηκαν μετά την αποκάλυψη μιας μεγάλης οικιστικής περιοχής στο οικόπεδο Μακρυγιάννη, που χρονολογείται από τους προϊστορικούς ως τους βυζαντινούς χρόνους. Η ανασκαφή έπρεπε να ενταχθεί στο Νέο Μουσείο.

Νέο Μουσείο Ακρόπολης Θέση: Διον. Αρεοπαγίτου 15 Ανέγερση: 2001-2009 Αρχιτέκτονες: Τσουμί - Φωτιάδης

Το 2000, ο Οργανισμός Ανέγερσης Νέου Μουσείου Ακρόπολης (ΟΑΝΜΑ) ανακοίνωσε πρόσκληση για συμμετοχή σε έναν νέο διαγωνισμό, ο οποίος ευτυχώς ολοκληρώθηκε χωρίς προβλήματα. Το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στον Μπερνάρ Τσουμί και στον Μιχάλη Φωτιάδη. Στην πορεία των εργασιών υπήρξαν αντιδράσεις από τμήμα αρχαιολόγων και ακτιβιστών που θεωρούσαν ότι το νέο κτίριο καταστρέφει τις αρχαιότητες. Σήμερα, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης αριθμεί στο σύνολό του 25.000 τ.μ. και διαθέτει εκθεσιακούς χώρους με εμβαδόν 14.000 τ.μ., δέκα φορές μεγαλύτερους απ’ ό,τι στο παλιό μουσείο.

Πηγή: www.lifo.gr

ΑΘΗΝΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ

1834: Ένας γιγάντιος σωρός ερειπίων...
Η Αθήνα μετά την Επανάσταση: Από «χωριό» πρωτεύουσα.
Πηγή: www.lifo.gr

William James Stillman, άποψη της Αθήνας, 1869. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.


Στην αρχή, λίγη ιστορία για τα βασικά: Είναι κυρίαρχη η εντύπωση ότι σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και σίγουρα μέχρι να ανακηρυχθεί πρωτεύουσα (το 1834), η Αθήνα ήταν ένα «χωριό». Ο κ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών συγκαταλέγεται στους ιστορικούς που επιχείρησαν να ανασκευάσουν την ιστορική ανακρίβεια. «Φτάνοντας με τον Λόρδο Βύρωνα στην Αθήνα το 1810 ο βαρόνος Hobhouse και ακούγοντας τον οδηγό τους να λέει "αφέντη, να η χώρα", νόμιζε ότι άκουσε "να το χωριό", αλλά "έκπληκτοι είδαμε σε μια πεδιάδα, σε μεγάλη από εμάς απόσταση, μια μεγάλη πόλη γύρω από ένα
περίοπτο ύψωμα, πάνω στο οποίο μπορέσαμε να διακρίνουμε κάποια οικοδομήματα, και πέραν αυτής της πόλεως, τη θάλασσα"». «Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Αθήνα όχι μόνο παρέμεινε πόλη, αλλά παρέμεινε σταθερά η μεγαλύτερη πόλη της Στερεάς Ελλάδας, ακολουθούμενη από τη Θήβα, τη Λιβαδειά, τη Λαμία, την Αταλάντη, τα Σάλωνα και, αργότερα, το Μεσολόγγι, ενώ παρουσίασε μια αισθητή γεωγραφική επέκταση, εκτός των μεσαιωνικών της ορίων. Έδρα Μητρόπολης καθώς και Οθωμανικού Καζά, ανέπτυξε την ειδίκευσή της σε μια σειρά από δραστηριότητες αστικού χαρακτήρα, όπως η βιοτεχνία μεταξωτών υφασμάτων, η σαπωνοποιία και η βυρσοδεψία. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν, τον Οκτώβριο του 1833, συντάσσεται ο κατάλογος των προς απαλλοτρίωση κτιρίων, χάριν ανασκαφών, καταγράφονται 400 σπίτια, 7 φούρνοι και 103 εργαστήρια, μεταξύ των οποίων 2 ελαιοτριβεία και 2 σαπουντζίδικα, μόνο στην περιοχή την οριζόμενη από τις κατοπινές οδούς Ηφαίστου, Μητροπόλεως, Νίκης, Αμαλίας και Λυσικράτους, δηλαδή στο ήμισυ περίπου της παλαιάς πόλης. Επομένως, ο ακριβής αριθμός των κατοίκων της είναι δύσκολο να καθοριστεί, αλλά όλες οι ενδείξεις, εντούτοις, τείνουν προς έναν αριθμό της τάξεως των 10.000. Τον Οκτώβριο του 1824, επί φρουραρχίας Γκούρα, πραγματοποιήθηκε μια καταγραφή στην επαναστατημένη Αθήνα, σύμφωνα με την οποία στην πόλη υπήρχαν 9.040 κάτοικοι και 1.605 σπίτια, που κατανέμονταν σε 35 ενορίες. Την εποχή εκείνη η πράγματι μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη είχε περί τις 60.000 κατοίκους, η δε Τρίπολη και η Πάτρα περί τις 15.000. Δεν τεκμηριώνεται συνεπώς ο αφορισμός ότι η Αθήνα "δεν ήταν από τις σημαντικότερες προεπαναστατικές πόλεις". Πολύ περισσότερο, δε, το να ονοματίσει κανείς έναν βαλκανικό οικισμό 10.000 κατοίκων των αρχών του 19ου αιώνα "χωριό" ή ακόμη και "κωμόπολη" συνιστά αναχρονιστική εφαρμογή μεταγενεστέρων κριτηρίων». Η Επανάσταση φτάνει γρήγορα και στην Αθήνα και το 1821, αφού επικρατούν στην Κάτω Πόλη, καταλαμβάνουν τον Ιούνιο του 1822, ύστερα από πολιορκία ενός έτους, και την Ακρόπολη. Η πόλη θα μείνει ελεύθερη για πέντε χρόνια. Το 1827 ανακαταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Σημειώνονται πολλές καταστροφές, ενώ οι περισσότεροι κάτοικοι την εγκαταλείπουν, κυρίως για τη Σαλαμίνα. Επιστρέφουν το 1830, με την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Τούρκοι αποχωρούν. Αυτό θα γίνει μετά τις 31 Μαρτίου του 1833, όταν ο βαυαρικός στρατός παραλαμβάνει το Φρούριο (της Ακρόπολης). Λίγο νωρίτερα, την 1η Μαρτίου, ο Ιάκωβος Ρίζος έχει παραλάβει ως αντιπρόσωπος της κυβέρνησης τη διοίκηση της Αθήνας. Οι Τούρκοι της Αθήνας άρχισαν να φεύγουν (πολλοί καταφεύγουν στην Εύβοια), πουλώντας τις περιουσίες τους σε νεοαφιχθέντες Έλληνες και ξένους. Γράφει ο Διονύσιος Σουρμελής: «Οι εντόπιοι, δε, Τούρκοι, αναχωρούντες εντεύθεν έχυνον πικρότατα δάκρυα, στερούμενοι της γεννησαμένης και θρεψάσης αυτούς γης. Εις εξ αυτών, σκύψας κατά γης εν Πειραιεί, κατεφίλησεν αυτής τρις, "γλυκυτάτη μου", λέγων. "Πατρίς, σε χάνω, χωρίς πλέον να σε ιδώ"». Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σημειώνει στο Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις: «Ήκουσα ότι οι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν πολύ καλοί και φρόνιμοι άνθρωποι. Ωμίλουν ελληνιστί. Επονούσαν τον τόπον. Όσοι επέζησαν μετά την Ανεξαρτησίαν και ηναγκάσθησαν από τας προλήψεις της φυλής των να φύγουν, έχυσαν πύρινα δάκρυα. Επώλησαν πλείστα κτήματα αντί εκατοντάδων τινών γροσίων. Άλλοι τα άφησαν έρημα, διά να τα καταλάβουν οι ημέτεροι Αθηναίοι...».


Πέτρος Μωραΐτης, Πύλη του Αδριανού, 1870. Φωτογραφικά αρχεία Μουσείου Μπενάκη.


Αλλά σε ποια πόλη έφτασε ο βαυαρικός στρατός τον Μάρτιο του 1833; Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής κάνει λόγο για «ερείπια επί ερειπίων». «Προχωρήσαμε λίγο και μπήκαμε στην πόλη» γράφει ο Γάλλος ρομαντικός Λαμαρτίνος όταν επισκέφθηκε την Αθήνα τον Αύγουστο του 1832, «δηλαδή σ' έναν μπερδεμένο λαβύρινθο από στενοσόκακα στρωμένα με γκρεμισμένους τοίχους, σπασμένα κεραμίδια, πέτρες και μάρμαρα ριγμένα ανάκατα, ανεβοκατεβαίναμε από την αυλή ενός γκρεμισμένου σπιτιού στη σκάλα ή ακόμα και στη σκεπή κάποιου άλλου: κι ανάμεσα στα μικρά, άσπρα, ελεεινά χαμόσπιτα, ερείπια άλλων ερειπίων, μερικές βρώμικες και αποπνιχτικές υπόγειες τρώγλες όπου στοιβάζονταν οικογένειες Ελλήνων χωρικών». Παρόμοιες οι εντυπώσεις του αποσπασμένου στο εκστρατευτικό σώμα του Στρατηγού Maison, J.L. Lacour: «Η καρδιά σφίγγεται φτάνοντας στην Αθήνα. Νέα ερείπια καλύπτουν τα αρχαία, τα καταχωνιασμένα μέσα στη γη. [...] Στενά, σκοτεινά, λασπώδη, ακανόνιστα δρομάκια. Βρώμικα, καπνισμένα και δυσώδη μαγαζιά, με πραμάτειες που θα τις περιφρονούσαν ως και οι πλανόδιοι πωλητές στα χωριάτικα πανηγύρια μας, κι όλα αυτά περικυκλωμένα από ένα χονδροειδές τοιχίο, να τι έχει αντικαταστήσει το Ωδείο του Περικλέους, το Ελευσίνιο, το Λύκειο, τους Κήπους και τον Ναό της Αφροδίτης, τις Πύλες του Ερμού [...] και τα λοιπά μνημεία, των οποίων μόνον τα ονόματα έχουν απομείνει».


H προεπαναστατική Αθήνα, σύμφωνα με τον Κώστα Η. Μπίρη στο κλασικό του έργο Αι Αθήναι (εκδόσεις Μέλισσα), δεν κάλυπτε ολόκληρη την περιτοιχισμένη έκταση. Από τα 1.163 στρέμματα μόνο τα 772 είχαν οικοδομηθεί: 1.500 σπίτια και 124 εκκλησίες. «Με την επιστροφή των παλαιών Αθηναίων και με τη συρροήν νέων κατοίκων», γράφει ο Κώστας Μπίρης, «αρχίζουν να ανασυγκροτούνται επάνω εις τα ερείπιά των αι συνοικίαι της πόλεως και να ανακύπτη νέα αστική ζωή και εμπορική κίνησις. Το κέντρον του εμπορίου και της βιοτεχνίας, χωρισμένον κατά διάφορους κλάδους, διεμορφώθη εις ευρείαν έκτασιν περί το Μεγάλο Μοναστήρι, το Μοναστηράκι σήμερον λεγόμενον».


Αγνώστου φωτογράφου, Παύλος και Λέων Μελάς με τις συζύγους τους Ναταλία και Ανδρομάχη, 1890. Συλλογή Ναταλίας Ιωαννίδη.


William James Stillman, Ακρόπολη, 1869. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.


Η αρχαία αίγλη της Αθήνας προσελκύει στην πόλη νέους κατοίκους. Ανάμεσά τους ο Σταμάτης Κλεάνθης, αρχιτέκτονας, απόφοιτος της Ακαδημίας του Βερολίνου, και ο συνάδελφός του Εδουάρδος Σάουμπερτ (και οι δύο μαθητές του σημαντικότερου ίσως Γερμανού νεοκλασικού αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel), που φτάνουν τον Νοέμβριο του 1831 με σκοπό να τοπογραφήσουν την πόλη και να συντάξουν αρχαιολογικό χάρτη-οδηγό για τους επισκέπτες της Αθήνας. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, κάτοικος Αίγινας, αγοράζει έκταση 24 περίπου στρεμμάτων κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός (γι' αυτό αποκαλούμε την περιοχή «Μακρυγιάννη»). Ο Φαναριώτης ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Βόδας Σούτσος αγοράζει «πελώριον κτήμα» μεταξύ των σημερινών οδών Αχαρνών και Λιοσίων. Ο Χιώτης τραπεζίτης Αλέξανδρος Κοντόσταυλος χτίζει το 1832 μέσα σε μεγάλο κήπο στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης οικία, τη θέση της οποίας θα πάρει το κτίριο της Παλαιάς Βουλής, Κολοκοτρώνη και Σταδίου. Στο διάστημα από τη σύνταξη του Σχεδίου Κλεάνθη - Σάουμπερτ μέχρι την οριστική ρύθμιση του ζητήματος των Ανακτόρων, δηλαδή από το 1832 ως τον Ιανουάριο του 1836, αρκετοί σημαίνοντες παράγοντες της Νέας Αθήνας, κυρίως Φαναριώτες, θεωρώντας ότι τα Ανάκτορα θα κτίζονταν όπου προέβλεπαν τα δύο πρώτα σχέδια, δηλαδή στην Ομόνοια, ή έστω στον Κεραμεικό, έσπευσαν να αγοράσουν οικόπεδα και να κτίσουν στην ευρύτερη περιοχή Ομονοίας και περί τον άξονα της οδού Πειραιώς. Έτσι εξηγείται η σημαντική παρουσία (ακόμα και σήμερα) κατοικιών αξιώσεων κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου. Στην πολεοδομική πρόταση των Κλεάνθη - Σάουμπερτ μπαίνουν οι βάσεις για την Αθήνα που ξέρουμε σήμερα. Η Νέα Πόλη περιλάμβανε το ήμισυ περίπου της Παλαιάς, ενώ εκτεινόταν και προς τα δυτικά, βόρεια και ανατολικά αυτής. Το υπόλοιπο ήμισυ της Παλαιάς Πόλης, το οριζόμενο από τις οδούς Ηφαίστου, Πανδρόσου και Αδριανού, όπως αναφέραμε προηγουμένως, προβλεπόταν να απαλλοτριωθεί χάριν αρχαιολογικών ανασκαφών. Αλλά και το διατηρούμενο τμήμα της Παλαιάς Πόλης διατηρούνταν μόνον ως γεωγραφική περιοχή και όχι ως δομημένος χώρος, αφού προβλεπόταν στο μεγαλύτερο μέρος του να τμηθεί από νέες οδούς και να χωριστεί σε κανονικά οικοδομικά τετράγωνα. Το σχήμα των κυρίων αξόνων ήταν ένα ισοσκελές τρίγωνο με κορυφή τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, σκέλη τις οδούς Πειραιώς και Σταδίου και βάση την οδό Ερμού. Ο όλος προσανατολισμός είχε ως στόχους τον Πειραιά, το Στάδιο και, κυρίως, την Ακρόπολη, στα πόδια της οποίας η πόλη απλωνόταν ως μια ανοικτή αγκαλιά. Στην κορυφή του τριγώνου προβλεπόταν η ανέγερση των Ανακτόρων: η γεωμετρική κορυφή και η κορυφή της κρατικής εξουσίας σε μια συμβολική σύμπτωση. Ο προσανατολισμός των σκελών δεν ήταν τυχαίος: «Συναντώνται», όπως σημειώνουν οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ στο υπόμνημά τους, «κατά τοιούτον τρόπον, ώστε ο εξώστης των βασιλικών ανακτόρων να απολαμβάνει ταυτοχρόνως του γραφικού Λυκαβηττού, του Παναθηναϊκού Σταδίου, της πλούσιας εις υπερήφανους αναμνήσεις Ακροπόλεως, και των πολεμικών και εμπορικών πλοίων του Πειραιώς» (Μπίρης 1938, σ. 16). Οι οδοί Πειραιώς και Σταδίου διακόπτονταν, συμμετρικά ως προς τα Ανάκτορα, από τις αντίστοιχες τετράγωνες πλατείες Μπόρσας (Χρηματιστηρίου) και Θεάτρου. Πρόκειται για τις σημερινές πλατείες Κουμουνδούρου και Κλαυθμώνος, οι οποίες πράγματι είναι συμμετρικές, κάτι που δεν το συνειδητοποιεί κανείς εύκολα μέσα στο σημερινό χάος της Αθήνας. Κατέληγαν δε –οι Πειραιώς και Σταδίου– σε δύο κυκλικές πλατείες-όρια της πόλης: η μεν πλατεία Κέκροπος στη μεγάλη διασταύρωση των προς δυσμάς παραδοσιακών υπεραστικών οδών της Παλαιάς Πόλης, όπου το σημερινό Γκάζι, η δε πλατεία Μουσών στην προς ανατολάς Πύλη των Μεσογείων, όπου η σημερινή πλατεία Συντάγματος. Η εφαρμογή του σχεδίου συνάντησε τεράστια εμπόδια, καθώς αντέδρασαν ιδιοκτήτες, τα σπίτια των οποίων θα απαλλοτριώνονταν. «Ο πρώτος μεγάλος και ευθύς δρόμος που αποφασίστηκε να ανοιχτεί ήταν η οδός Αιόλου» γράφει στην Αθήνα στου Όθωνα τα χρόνια (εκδόσεις Καστανιώτη) ο γνωστός αθηναιογράφος Γιάννης Καιροφύλας. «Κατόπιν, θ' ανοιγόταν η οδός Αθηνάς. Έφταναν και οι δύο μέχρι την Ακρόπολη και θα διαμορφώνονταν μέχρι τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, γιατί από εκεί και πέρα εκείνα τα χρόνια ήταν χωράφια και ερημιές, στις οποίες δεν ήταν φρόνιμο να κυκλοφορεί κανείς χωρίς κάποια ιδιαίτερη προστασία, αφού μπορούσε να ληστευτεί από συμμορίες αγνώστων. Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχθηκαν ομαλά. Ήταν Σεπτέμβριος όταν πάρθηκε η απόφαση και με κάποια τελετουργική διαδικασία επιχειρήθηκε η διάνοιξη της οδού Αιόλου. Οι εργασίες σταμάτησαν σχεδόν από τις πρώτες μέρες, γιατί οι αντιδράσεις των Αθηναίων ήταν εντονότατες. Κανείς δεν είχε σκεφθεί ότι ερχόταν αμείλικτος ο χειμώνας και όσοι θα έμεναν άστεγοι δεν θα είχαν πού να περάσουν τις μέρες τους».

Ludwig Köllnberger, Ο πύργος με το ρολόι στο παζάρι, 1836. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.


Έτσι, κλήθηκε ο διάσημος τότε Βαυαρός αρχιτέκτονας Leo von Klenze, ο οποίος κατέληξε στην αναθεώρηση του αρχικού σχεδίου, μειώνοντας την έκταση του χώρου των ανασκαφών και περιορίζοντας τη χάραξη νέων δρόμων στην Παλιά Πόλη. Αλλαγές και επιμέρους τροποποιήσεις έγιναν και στο νέο σχέδιο, με σημαντικότερη την μεταφορά των Ανακτόρων από τον Βαυαρό Friedrich von Gaertner εκεί όπου τελικά χτίστηκαν, εκτός της Μεσογαίας Πύλης του τείχους, ανάμεσα στον Λυκαβηττό και στην Ακρόπολη.

-------------------------------------------------------------------------------------
Περιοχές που είναι σήμερα το κέντρο της πόλης, όπως η ίδια η Ομόνοια και όλη η βόρεια πλευρά της Πειραιώς, παρέμειναν σχεδόν έρημες ως τα 1870-1880.
-------------------------------------------------------------------------------------

Η νέα θέση των Ανακτόρων οδηγεί την οικοδομική δραστηριότητα εκτός της Παλιάς Πόλης και προς νέες κατευθύνσεις. Παρ' όλα αυτά, η Αθήνα άργησε να επεκταθεί στο σύνολο της προβλεπόμενης από τα σχέδια έκτασης, όπως σημειώνει ο κ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης. «Πράγματι, επί δεκαετίες τα όριά της παρέμεναν ουσιαστικά εκείνα της Παλιάς Πόλης. Είναι ενδιαφέρον να συνειδητοποιήσουμε ότι περιοχές που είναι σήμερα το κέντρο της πόλης, όπως η ίδια η Ομόνοια και όλη η βόρεια πλευρά της Πειραιώς, παρέμειναν σχεδόν έρημες ως τα 1870-1880. Το 1855, λόγου χάριν, όχι μόνον η Ομόνοια ήταν ακόμα τελείως άκτιστη αλλά και γενικότερα όλη η περιοχή βορείως της Σοφοκλέους. Το 1840, όταν άρχισε να λειτουργεί το πρώτο αθηναϊκό θέατρο, βρισκόταν, όπως παρατηρούν οι αυτόπτες, "έξω από την Πόλη [...] στη γυμνή, περιτριγυρισμένη από τα βουνά πεδιάδα". Αυτό το "έξω από την Πόλη" αντιστοιχεί σήμερα στη μικρή πλατεία μεταξύ των οδών Μενάνδρου και Σωκράτους, πίσω από τη Λαχαναγορά, στο πολύβουο κέντρο της πόλης, όπου επιβιώνει ως ανάμνηση η οδός Θεάτρου. Το θέατρο παρέμενε στο άκρο της πόλης ακόμα το 1855. Το ίδιο ισχύει και για τους πρόποδες του Λυκαβηττού, καθώς και για μεγάλο μέρος της Νεάπολης. Το 1841 ο Hans Christian Andersen εντυπωσιάστηκε από το σπίτι του Αυστριακού πρέσβη, απομονωμένο στην "άκρη της πόλης", με θέα στην "πλατιά ερημιά και τα ψηλά βουνά". Το σπίτι αυτό βρίσκεται στην οδό Φειδίου, μεταξύ Πανεπιστημίου και Ακαδημίας, πίσω από το κινηματοθέατρο Rex».


Με την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα, δημιουργείται η ανάγκη για τα πρώτα δημόσια κτίρια. Τη δεκαετία του 1830 χτίζεται στην οδό Σταδίου το Βασιλικό Τυπογραφείο σε σχέδια του J. Hoffer (1834-1835), που σώζεται μέχρι σήμερα, αν και μεσολάβησαν σοβαρές μετατροπές, καθώς και το Νομισματοκοπείο στο προς τη Σταδίου άκρο της πλατείας Θεάτρου, δηλαδή της Κλαυθμώνος, το οποίο κτίστηκε το 1835, πιθανότατα σε σχέδια του Σάουμπερτ, και στέγασε αργότερα (1884) το υπουργείο Οικονομικών. Κατεδαφίστηκε το 1940. Αυτή την εποχή και μέσα στις επόμενες δεκαετίες χτίζονται ή μπαίνουν οι βάσεις για την ανέγερση πολύ σημαντικών κτιρίων: των Ανακτόρων σε σχέδια του Von Gaertner (1836-1843), του Δημοτικού Νοσοκομείου (1836-1858) στην οδό Ακαδημίας, που στεγάζει σήμερα το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, του Πανεπιστημίου, σε σχέδια του Christian Hansen (1839-1864), της οικίας Γενναδίου το 1845 στην οδό Ακαδημίας, όπου στεγάστηκε για λίγο η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (1846-1856) και αργότερα διάφορα σχολεία, όπως η Ιόνιος Σχολή και το Οικονομικό Γυμνάσιο, και η οποία κατεδαφίστηκε το 1980, και του Αρσακείου στην Πανεπιστημίου στην αρχική του μορφή από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου (1846-1852). Η «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ» Πέρασαν δεκαετίες για να αποκτήσει όψη ευρωπαϊκής πρωτεύουσας η Αθήνα. Το 1831 εμφανίστηκαν τα πρώτα δύο τροχοφόρα οχήματα, όταν ο Άγγλος ναύαρχος Μάλκολμ έφερε δύο δίτροχα κάρα από τη Μάλτα. Αργότερα, Βαυαροί αλλά και εύποροι Έλληνες έφεραν άμαξες. Στην πλατεία Μοναστηρακίου υπήρχε πιάτσα αμαξών και η αμοιβή της μεταφοράς ήταν αποτέλεσμα παζαριού. Η ανάπτυξη της πρωτόγονης (τα πρώτα χρόνια) αγοράς ήταν γρήγορη. Γράφει ο Γιάννης Καιροφύλας ότι το 1837 οι κυρίες μπορούσαν να αγοράσουν καπέλα σαν εκείνα που διέθεταν τα καταστήματα στο Παρίσι. Η κυρία επί των τιμών Φον Νόρδενπφλυχτ έγραφε για τις Ελληνίδες ότι φορούσαν μεν ωραία φορέματα από πολύτιμα υφάσματα, αλλά ότι ήταν πολύ ζωηρά τα χρώματα, και κυρίως κόκκινα και μπλε. Οι πρώτοι εμπορικοί δρόμοι ήταν η Ερμού, η Αιόλου και η Πανδρόσου. Το 1836 άνοιξε το πρώτο φαρμακείο στην Αθήνα και βρισκόταν στην οδό Αιόλου. Τα καπέλα καπέλα, αλλά τα θέματα δημόσιας υγιεινής ήταν πολύ ψηλά στην ημερήσια διάταξη της επικαιρότητας και αγαπημένο θέμα των εφημερίδων της εποχής που χτυπούσαν την κυβέρνηση και τον νεοσύστατο δήμο. Λιγοστοί υπόνομοι, κι αυτοί σε κακά χάλια, αφού είχαν κατασκευαστεί τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Επιδημίες και ασθένειες δεν ήταν σπάνιο γεγονός, και μάλιστα η μείωση του πληθυσμού τη δεκαετία του '40 αποδίδεται στην επιδημία της ευλογιάς που ενέσκηψε στην πόλη. Το 1854 ξεσπάει επιδημία χολέρας, που πάντως αποδόθηκε σε πληρώματα πλοίων που είχαν δέσει στον Πειραιά. Το 1838 λιθοστρώθηκαν τα πεζοδρόμια της οδού Ερμού. Σημαντική στιγμή για την Αθήνα ήταν η μεταφορά του Πανεπιστημίου από την Οικία Κλεάνθη της οδού Θόλου στο κτίριο της οδού που ξέρουμε σήμερα το 1843, αν και οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί. Η λειτουργία του Πανεπιστημίου πυροδότησε την ανοικοδόμηση προς αδόμητες, μέχρι τότε, περιοχές προς τα βορειοανατολικά, δημιουργώντας την πρώτη νέα συνοικία της πόλης που ονομάστηκε (ευνόητα) Νεάπολη. Η «κοσμική ζωή» ήταν υποτυπώδης και περιστρεφόταν γύρω από τις δραστηριότητες του βασιλικού ζεύγους και κυρίως της Αμαλίας. Δημοφιλείς ήταν οι λεγόμενες «εσπερίδες» που διοργάνωναν τον χειμώνα μέλη της «καλής» αθηναϊκής κοινωνίας, κυρίως εύποροι Φαναριώτες. Σημείο αναφοράς και ένδειξη κοινωνικής καταξίωσης οι προσκλήσεις σε δεξιώσεις του παλατιού. Για τον «απλό λαό» η ψυχαγωγία περιοριζόταν στις επονομαζόμενες «βεγγέρες», στην ανταλλαγή επισκέψεων συνοδεία ταπεινών εδεσμάτων και φθηνού οίνου. Τον Μάρτιο του 1836 λειτουργεί το πρώτο «θέατρο», ένα ξύλινο παράπηγμα στη συμβολή των σημερινών οδών Αιόλου και Σοφοκλέους. Παρά τις αξιοθρήνητες υποδομές του, διέθετε βασιλικό θεωρείο! Τα επόμενα χρόνια υπήρξε «έκρηξη» θεάτρων στη νεοσύστατη πρωτεύουσα, ενώ αλματώδης ήταν και η ανάπτυξη της μουσικής ζωής. Επειδή μερικές φορές υπάρχει η τάση ωραιοποίησης του παρελθόντος, σημειώστε ότι ένα από τα μεγάλα προβλήματα των πρώτων χρόνων της Αθήνας ως πρωτεύουσας ήταν η ασφάλεια: στα περίχωρα της πόλης αλώνιζαν οι συμμορίες των Μπίμπιση και Τρακάδα. Αφήσαμε για το τέλος το πιο ωραίο: στις 31 Ιουλίου του 1856 η βασίλισσα Αμαλία υπέγραψε Διάταγμα που απαγόρευε το κάπνισμα στα δημόσια γραφεία και καταστήματα για τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο να ξεσπάει φωτιά εξαιτίας κάποιου απρόσεκτου καπνιστή. Ας είναι: 150 χρόνια μετά και με το ζόρι διατηρούμε ζωντανό το πνεύμα του Βασιλικού Διατάγματος. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να λέμε «ευχαριστώ» στη βασίλισσα Αμαλία που υπήρξε μία από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της Αθήνας, αλλά οι ιδεολογικές μας ακαμψίες δεν μας επιτρέπουν να το θυμόμαστε και πολύ συχνά.

Ludwig Köllnberger, Βαυαροί στρατιώτες κατασκευάζουν την οδό Πειραιώς, 1836.

Andrea Gasparini, Το Θησείο, 1842. Mουσείο της πόλης των Αθηνών.